ΕΚΚΡΙΜΑ ΘΗΛΗΣ

Με σειρά φθίνουσας συχνότητας οι ακόλουθες είναι οι συχνότερες αιτίες του εκκρίματος της θηλής σε περίοδο μη θηλασμού: πορεκτασία, ενδοπορικό θήλωμα και καρκίνωμα. Τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του εκκρίματος καθώς και ορισμένοι σημαντικοί παράγοντες που πρέπει να αξιολογούνται από το ιστορικό και την κλινική εξέταση, είναι οι ακόλουθοι:

1) Φύση του εκκρίματος (ορώδες, αιματηρό ή άλλο)

2) Συνδυασμός με ογκόμορφη εξεργασία ή όχι

3) Ετερόπλευρο ή αμφοτερόπλευρο

4) Έκκριμα ενός πόρου ή πολλαπλών πόρων

5) Αυτόματο έκκριμα (επιμένων ή διακοπτόμενο) ή έκκριμα μετά από πίεση

6) Το έκκριμα παράγεται από πίεση σε ένα συγκεκριμένο σημείο του μαστού ή μετά από γενικευμένη πίεση στο μαστό

7) Συσχέτιση με τον κύκλο

8) Προεμμηνοπαυσιακό ή μετεμμηνοπαυσιακό

9) Ασθενείς που παίρνουν αντισυλληπτικά χάπια ή οιστρογόνα.

Ετερόπλευρο, σποραδικά ορώδες ή οροαιματηρό έκκριμα από μονήρη πόρο συνήθως προκαλείται από ενδοπορικό θήλωμα ή σπάνια από ενδοπορικό καρκίνωμα. Και στις δύο περιπτώσεις ογκόμορφη εξεργασία μπορεί να μην είναι ψηλαφητή. Ο προσβεβλημένος πόρος μπορεί να εντοπισθεί μετά από πίεση σε διαφορετικά σημεία γύρω από τη θηλή στα όρια της θηλαίας άλω. Η αιματηρή έκκριση από τη θηλή είναι περισσότερο ενδεικτική καρκίνου αλλά επίσης συχνά προκαλείται και από καλόηθες θήλωμα μέσα σε πόρο. Η κυτταρολογική εξέταση μπορεί να εντοπίσει κακοήθη κύτταρα, αλλά αρνητικά ευρήματα κυτταρολογικής εξέτασης δεν αποκλείουν τον καρκίνο, ο οποίος είναι περισσότερο συχνός σε γυναίκες πάνω από την ηλικία των 50. Σε κάθε περίπτωση, ο προσβεβλημένος πόρος – και η ογκόμορφη εξεργασία αν υπάρχει τέτοια – πρέπει να εξαιρείται. Η γαλακτογραφία μπορεί να εντοπίσει έλλειμμα σκιαγραφήσεως πριν από την αφαίρεση του συστήματος των πόρων αλλά είναι περιορισμένης αξίας, αφού η αφαίρεση του συστήματος των πόρων που εκκρίνει αίμα ενδείκνυται ανεξαρτήτως των ευρημάτων της γαλακτογραφίας.

Σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η σποραδική έκκριση από πολλαπλούς πόρους, ετερόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη, πλέον έντονη ακριβώς πριν την έμμηνο ρύση, οφείλεται συνήθως σε δυσπλασία των μαστών. Το έκκριμα της θηλής μπορεί να είναι πρασινωπό ή καφεοειδές. Θηλωμάτωση και πορεκτασία συνήθως εμφανίζονται στη βιοψία. Αν υπάρχει ογκόμορφη εξεργασία, αυτή πρέπει να αφαιρεθεί.

Έκκριση γάλακτος από πολλαπλούς πόρους στο μη θηλάζοντα μαστό συμβαίνει σε ενδοκρινολογικές διαταραχές, κυρίως σαν αποτέλεσμα αυξημένης έκκρισης προλακτίνης από την υπόφυση. Η προλακτίνη του ορού και τα επίπεδα της TSH πρέπει να εξετάζονται για να ερευνηθεί όγκος υπόφυσης ή υποθυρεοειδισμός. Οι φαινοθειαζίδες και τα αντισυλληπτικά χάπια μπορούν επίσης να προκαλέσουν έκκριση γάλακτος που σταματά όταν σταματήσει η φαρμακευτική αγωγή.

Τα αντισυλληπτικά χάπια ή η οιστρογονική  θεραπεία υποκατάστασης μπορεί να προκαλέσει διαυγές ορώδες ή γαλακτώδες έκκριμα από μονήρη πόρο, αλλά συχνότερη είναι η έκκριση από πολλαπλούς πόρους. Η έκκριση είναι περισσότερο έντονη ακριβώς πριν την έμμηνο ρύση και εξαφανίζεται σταματώντας τη θεραπευτική αγωγή. Εάν δεν σταματήσει μετά το σταμάτημα της θεραπευτικής αγωγής και αφορά μονήρη πόρο, τότε θα πρέπει να γίνει περαιτέρω διερεύνηση.

Πυώδης έκκριση μπορεί να προκαλείται από υποθηλαίο απόστημα και τότε απαιτείται εγχειρητική αφαίρεση του αποστήματος και των προσβεβλημένων γαλακτοφόρων πόρων.

 Όταν δεν είναι δυνατόν να γίνει εντοπισμός, και δεν υπάρχει ψηλαφητή μάζα, και το έκκριμα είναι μη αιματηρό, η ασθενής θα πρέπει να επανεξετάζεται κάθε 2-3 μήνες ή 1 χρόνο. Οπωσδήποτε πρέπει να διενεργηθεί μαστογραφία. Η κυτταρολογική εξέταση του εκκρίματος της θηλής για καρκινικά κύτταρα σπάνια μπορεί να είναι βοηθητική στη διάγνωση. Χρόνιο ετερόπλευρο έκκριμα θηλής, ειδικά αν είναι αιματηρό, αποτελεί ένδειξη για αφαίρεση των προσβεβλημένων πόρων.